Αγγέλικα

«Φύγε από τα ρέλια, φύγε από τα ρέλια!»ούρλιαξε η φωνή δεξιά. Γύρισα τρομαγμένος να κοιτάξω. Μια άγρια μούρη φτιαγμένη από γράσο και αλάτι ορμούσε προς το μέρος μου:
«Τι κοιτάς ρε γκάβακα, φύγε από τα ρέλια!!!» Δεν πρόλαβα να αντιδράσω και την ώρα που το κύμα έσκαγε πάνω μου με δύναμη, ένα χέρι με γράπωνε και με κρατούσε πάνω στην κουβέρτα·αγκάλιασα την κουπαστή με όλη μου τη δύναμη·φώναζα, φώναζα ψάχνοντας να πάρω ανάσα·πνιγόμουν.

Δεν ξέρω πόσο κράτησε, έσφιγγα τα μάτια να μην ανοίξουν και προσευχόμουν. Εγώ·προσευχόμουν·μέχρι που ένιωσα πάλι στα ρουθούνια μου αέρα.

Καθώς το σκάφος ξανάβρισκε την ισορροπία του και το νερό αποτραβιόταν, σωριαστήκαμε και οι δύο, άδεια σακιά, στο κατάστρωμα.
«Ευχαριστώ», ψέλισα.
«Άντε γαμήσου», γρύλισε η Μούρη.
Δεν αντιμίλησα·έβηξα κι έβγαλα θάλασσα·o λαιμός μου έκαιγε·σύρθηκα κι ακούμπησα στον βρεγμένο μπουλμέ.
Προσπαθούσα να μαζέψω το μυαλό μου. Κοίταξα γύρω μου.
Βρισκόμουν πάνω σε ένα πλεούμενο, το μόνο σίγουρο. Στη μέση του πουθενά.
«Πού είμαστε;»ρώτησα. Η Μούρη στράφηκε αργά και με κοίταξε.

«Έξω από τη Φαλκονέρα», γρύλισε.

«Όχι, ποιο καράβι, τι’ναι αυτό το καράβι!», τσίνισα.
Σιωπή.
Το βλέμμα του με διαπέρασε μέχρι που ανατρίχιασα.
Το στήθος μου ανεβοκατέβαινε γρήγορα.

«Το Αγγέλικα», είπε.

Δεν τράβηξε τα μάτια του·περίμενε.
Το άκουσμα του ονόματος δεν μου προκάλεσε τίποτα.
Αγγέλικα.

Τα μάτια μου διέτρεξαν γι άλλη μια φορά το μεταλλικό κατάστρωμα, με την επίστρωση θαλασσοφαγωμένου ξύλου-δείγμα αλλοτινής χλιδής- τα κακοσυντηρημένα ρέλια, τις καταπακτές, τις κλίμακες, τους αεραγωγούς και τους μπουλμέδες. Πρέπει νά’χε δεκαετίες να βαφτεί. Μπαλώματα μόνο και σκουριά παντού. Παλιό επιβατηγό αλλά πού ήταν οι επιβάτες; Αρκετά μακρύ σε μήκος, πράγμα που το έκανε ακόμα πιο τρομακτικό έτσι εγκαταλελειμμένο που ήταν. Έσκυψα λίγο μπροστά για να καταφέρω να το κοιτάξω μέχρι ψηλά. Πάνω από μας ένα δεύτερο μικρότερο κατάστρωμα που μάλλον οδηγούσε στη γέφυρα και πιο πάνω το φουγάρο του, μονό, κεκλιμένο.
Αγγέλικα. Πάσχιζα να θυμηθώ. Είχα ακούσει αυτό το όνομα κάποτε αλλά πού; Πού;
«Σε περιμένει πάνω ο Δεύτερος. Κι εσύ κάθεσαι και μου κάνεις περατζάδες με τέτοιο καιρό. Τσακίσου κι ανέβα στο καρέ. Ηλίθιο στραβόγιαννο», βρυχήθηκε. Έγνεψα αφηρημένος και σηκώθηκα πιάνοντας τη λαβή από το φινιστρίνι. Έκανα ένα μορφασμό· το γόνατό μου· ένας πόνος σαν τρυπάνι. Το ανοιγόκλεισα δυο τρεις φορές κι έκανα μερικά βήματα. Αργά-αργά τράβηξα προς την πλωριά κλίμακα. Προσπέρασα τη μούρη του την ώρα που άνοιγε μια μπουκαπόρτα και χανόταν στο σκοτάδι γκρινιάζοντας.

Πήγαινα μηχανικά, χωρίς να σκέφτομαι. Γνώριζα πού ν’ανέβω, από πού να πάω, πού να στρίψω και να χωθώ· τους διαδρόμους, τα κίτρινα φώτα, τη μυρωδιά-ένα μπαχάρι από πετρέλαιο, σεντινόνερα, σκουριά, τουαλέτες, κουζίνα, ιδρωτίλα, τσιγάρα και τέλος, την είσοδο του καρέ, εκεί μπροστά μου.

Γνώριζα και ταυτόχρονα έτρεμα·

πώς ήξερα;

Παραμέρισα τα κρόσσια και πέρασα μέσα. Ένας ψηλός άντρας με τεράστιες πλάτες γέμιζε εκείνη την ώρα το ποτήρι του από ένα μπουκάλι· ρούμι, ουίσκι, κάτι τέτοιο. Γύρισε και με κοίταξε. «Σε ψάχνω μια ώρα. Αυτή είναι η δουλειά μου νομίζεις; Δε θα τα πάμε καλά αν συνεχίσεις έτσι. Κατέβα στην κουζίνα, δες τι υπάρχει κι ανέβασέ μας τρεις μερίδες. Σε πέντε λεπτά νά’σαι πίσω. Τι με κοιτάς σα χάνος; Το ό,τι κουνάει δε σημαίνει πως δε θα φάμε κιόλας! Άιντε σβέλτα!», είπε η Πλάτη και μ’έδιωξε μ’ένα νόημα.

Ψέλλισα κάτι ανάμεσα σε «συγνώμη» και «μάλιστα», έκανα μεταβολή και βγήκα. Σταμάτησα λίγο έξω από το καρέ κι ακούμπησα μια στιγμή πάνω σε μια τυλιγμένη μάνικα. Έκλεισα τα μάτια.

Τι’ναι δω; Γιατί βρίσκομαι εδώ;

Γιατί δε θυμάμαι, τι σκατά συμβαίνει;

Aνάσες.

Σήκωσα το κεφάλι κι έκανα να κατέβω· σταμάτησα. Πάνω από τη σκάλα, δεξιά, στον μπουλμέ έξω απ’το καρέ αξιωματικών, κρεμόταν ένα κάδρο ξεχασμένο, με μια κιτρινισμένη παλιά φωτογραφία-αφίσα.

«Επιβατηγόν-Οχηματαγωγόν Αγγέλικα. Ιδιοκτησία Τυπάλδου. Χανιά-Πειραιεύς.»

Το Αγγέλικα· το μοναδικό πλοίο που ένωνε τα Χανιά με τον Πειραιά, εκεί στα τέλη του ’50. Το ήξερα από τις οικογενειακές συζητήσεις·μεγάλη ιστορία. Αυτό όμως εδώ δεν ήταν το πλοίο κόσμημα εκείνης της εποχής. Ήταν ένα ερείπιο, ένα πλοίο φάντασμα.
«Θωρείς δα πως ήτονε κάποτε το πλοίο τω νεκρώ;» Γύρισα ξαφνιασμένος προς τη φωνή. Δυο μικρά μάτια κι ένα χαμόγελο, από ένα στόμα που όποτε δε μιλούσε έπαιζε μηχανικά με τη μασέλα . «Κλακ κλακ» έκανε. Μουστάκι σχεδόν λευκό, μαλλιά το ίδιο, όχι πολύ φαλάκρα και μια ζεστασιά.
«Τρόμαξες αντράκι; Χαχα. Σαν νά’δες φάντασμα! Όι ακόμα, κάμε υπομονή! Ίντα ‘παθες κι απόμεινες να θαμάζεις την Αγγέλικα; Όμορφη κοπελιά ήτονε κάποτε, ε; Μα τώρα πχια ξεδοντιασμένη γραία. Έτσα έν’η ζωή. Κι εμείς τηνε συνοδεύουμε στην τελευταία της κατοικία. Άντε, καλά που σε βρήκα, με γλύτωσες κι απ’ τα ανεβοκατέβα, πάμε στην κουζίνα να πάρεις τις μερίδες τους.»

Τον ακολούθησα μηχανικά. Έναν μακρύ κίτρινο διάδρομο κι ένα κατάστρωμα πιο κάτω φτάσαμε στην κουζίνα. Μέσα ήταν άλλος ένας. Γύρισε βαριεστημένα με την είσοδό μας. Στο μάγουλό του είχε ένα μικρό τατουάζ·μια κουκουβάγια. Τού’γνεψα. Αυτός δεν ασχολήθηκε και συνέχισε τη δουλειά του. Πετσόκοβε κάτι σαν λάχανο.

«Να, πάρε τις σούπες και κάτσε να τους βάλω και λίγο τυρί να μην κρινιάξουν», είπε το Μουστάκι. Άνοιξε ένα διαλυμένο ψυγείο κι έβγαλε ένα μισομουχλιασμένο κεφάλι τυρί. Με μια αστραπιαία κίνηση το βούτηξε η Κουκουβάγια και με το μαχαίρι εξαφάνισε τη μούχλα.

«Μην πούνε δα πως δεν είμαστε και νοικοκύρηδες» είπε και γέλασε μόνος με το ίδιο του το χωρατό. Ο άλλος κάτι μουρμούρισε και πέταξε αυτό που έμοιαζε με λάχανο σε μια γαβάθα.»

«Μη στέκεσαι μωρέ σαν ίσκιος, πάρε το μεγάλο δίσκο, άντε!», είπε το Μουστάκι κι έδειξε πίσω μου. Πήρα το δίσκο χωρίς να πω τίποτα. Αράδιασαν τις μερίδες όλες πάνω, ρίξανε και κάτι παξιμάδια και με διώξανε.

Σαν μαριονέτα που ένα αόρατο χέρι την περπατά, και με ξένα χέρια να κρατάνε τον μεγάλο δίσκο άρχισα να ανεβαίνω προς το καρέ. Σε κάθε βήμα η κλίση που έπαιρνε το καράβι μ’έκανε να ακουμπάω στους μπουλμέδες για να μην πέσω·έτρεμα μην τα ρίξω όλα κάτω αλλά φαίνεται πως ήξερα καλά τη δουλειά. Ήξερα τη δουλειά.

Την ώρα που ήμουν στο τέλος του κίτρινου διαδρόμου κι έκανα να ανέβω το πρώτο σκαλί, τινάχτηκε ένα κοκαλιάρικο χέρι από μια ανοιχτή θυρίδα και βούτηξε δυο κομμάτες τυρί. Το χέρι κατέληγε σε κάτι κιτρινισμένα δόντια, περικυκλωμένα από κόκκινα γένεια. «Να φάμε κι εμείς τίποτα της προκοπής καμαρωτάκι», είπαν ειρωνικά τα Δόντια.

Γύρισα την πλάτη κι ανέβηκα. Ο Καμαρώτος. Ήμουν ο Καμαρώτος.

Μέσα στο καρέ ήταν τώρα κι άλλος ένας·ήδη καθισμένος στο τραπέζι και περίμενε. Από όσους είχα συναντήσει μέχρι τώρα, ήταν ο μόνος που είχε πάνω του διακριτικά·καπέλο αξιωματικού. Ο καπετάνιος.

Δεν μου απευθύνθηκε καθόλου·μόνο έδειξε τη μια μερίδα, χωρίς να μιλήσει. «Να πας στη Γέφυρα να δώσεις στον Τρίτο τη μερίδα του», είπε η Πλάτη. Τους κοίταξα και με ένα μικρό δισταγμό είπα ένα «μάλιστα». Πήρα το δίσκο με ό,τι είχε απομείνει πάνω και βγήκα πισωπατώντας.

Μέσα σε μια θολούρα, είδα μπροστά μου τη σκάλα για τη Γέφυρα. Εκείνη τη στιγμή ήρθε ένα κύμα στη μπάντα και σωριάστηκα στα πρώτα σκαλοπάτια. Κοίταξα έντρομος τη σούπα·είχε χυθεί η μισή. Έμεινα λίγο να κοιτάζω το δίσκο και μετά συνέχισα για πάνω.

Έφτασα έξω από Γέφυρα·πριν κάνω τη δρασκελιά που χρειαζόταν για να περάσω το στεγανό, τράβηξε το βλέμμα μου κάτι πάνω από το χώρισμα·μια παλιά επιγραφή σε ξύλο·τόσο ξεεθωριασμένη που δεν έβγαζα τι έλεγε.
Ξανάσκυψα και πέρασα το χώρισμα·τη στιγμή εκείνη ένας κατακλυσμός από αφρό έσκασε πάνω στο τζάμι της Γέφυρας και μαζί ακούστηκε ένα επιφώνημα χαράς·κάποιος το διασκέδαζε.
Όταν ξαναστάθηκα στα δυό πόδια, έκανα κι άλλο βήμα προς τα μέσα. Στα δυο μέτρα μπροστά μου ήταν η πλάτη του τιμονιέρου. Στο κεφάλι του ένας μάλλινος σκούφος φορεμένος μέχρι τ’αυτιά. Σαν να μην υπήρχε κεφάλι. Ακούνητος έσφιγγε το τιμόνι που του αντιστεκόταν. Αριστερά λίγο παραπέρα, όρθιος με τα κιάλια στα χέρια και το μπεζ πουκάμισο αγγαρείας γυρισμένο στα μανίκια, ένας πιτσιρικάς, λεπτοκαμωμένος και νευρώδης.
«Ωωω καλώς τονα κι έχω λιμάξει!», φώναξε βροντερά βλέποντάς με.
Ο Τρίτος.
«Πήγαινε καντίνα να φας· Καμαρώτος, στο τιμόνι».
Ο Ακέφαλος πετώντας ένα ξερό «μάλιστα», περίμενε μέχρι ν’ακουμπήσω το δίσκο στο τραπέζι με τους χάρτες και να πιάσω το τιμόνι.
«Σφιχτά και πόδιζε συνέχεια», τον άκουσα να λέει καθώς μου γύριζε την πλάτη κι άφηνε το πόστο.
«Βλέπεις την Αντίμηλο εκεί κάτω; Κράτα εκεί την πλώρη σου», είπε ο Τρίτος και κατέβασε τα κυάλια. Πήγε στους χάρτες άρπαξε το πιάτο και κατέβασε τη σούπα με μια ρουφηξιά.
Αηδίασε.»Μέχρι να φουντάρουμε θα τά’χουμε τινάξει από δηλητηρίαση εδώ μέσα.»
Το τιμόνι μ’έπαιρνε συνέχεια·έβαζα όση δύναμη είχα για να το κρατάω στην πορεία·άρχισα να ιδρώνω.
Ο Τρίτος γέλασε.»Δυσκολεύεσαι καμαρωτάκι;»
«Δεν πάμε Χανιά;», ρώτησα μες το σφίξιμο.
Γύρισε και με κοίταξε όλο απορία.
«Τι Χανιά μωρέ; Πού τα θυμήθηκες τα Χανιά; Ακόμα κοιμάσαι μου φαίνεται. Έχουμε δουλειές».
«Τι δουλειές;» επέμενα σαν να μη μ’ένοιαζε πια.
Με πλησίασε και με κοίταξε από κοντά.
«Είσαι καλά; Ιδρώνεις σα γουρούνι.»
«Ναι, όλα καλά.»
Ξαναέστρεψε το βλέμμα του έξω.
«Το μετάνιωσες; Για το μπάρκο;»
Δεν αποκρίθηκα.
«Όταν ανέβηκες σ’αυτή τη νεκροφόρα κι έβαλες το όνομά σου στο χαρτί ήξερες·
και να το μετάνιωσες τώρα, δεν έχει καμιά σημασία. Δεν αποφασίζεις πια εσύ. Και κανείς από μας.»
Έβγαλε από τη τσέπη του πουκαμίσου ένα πακέτο· μας έβαλε από ένα τσιγάρο στο στόμα και τα άναψε.
«Αμερικάνικα· τα καλύτερα. Έχει και τα καλά της η δουλειά», είπε και μού’ριξε μια στην πλάτη.
Ο καιρός σαν νά’χε πέσει λίγο τώρα·το τιμόνι υπάκουε καλύτερα·

ή εγώ άρχιζα να συνηθίζω.

Κάπνιζα και τιμόνευα και ήταν ξαφνικά όλο αυτό σαν νά’ταν η ζωή μου. Δεν με πείραζε πια που δεν θυμόμουν. Ούτε έψαχνα απαντήσεις. Απλά στεκόμουν εκεί όρθιος, με το βλέμμα ίσια μπροστά στον ορίζοντα·και το περίγραμμα του νησιού που γινόταν όλο και πιο καθαρό.

Εκείνη τη στιγμή μ’έσπρωξε κάποιος από τον ώμο και μ’έδιωξε από τη θέση μου·

ο Ακέφαλος είχε γυρίσει και μύρισε η Γέφυρα αποφορά μπύρας.
Ο Τρίτος δεν τού έδωσε καμία σημασία·είχε τα κυάλια στυλωμένα στο βάθος χωρίς να βγάζει μιλιά.
Είχε απλωθεί μια ησυχία·την έσπαζαν μόνο τα κύματα στην μπάντα-τιθασευμένα τώρα.
Είχα μείνει να κοιτάζω κι εγώ έξω, αναποφάσιστος για το τι έπρεπε να κάνω, όταν εκείνη τη στιγμή-
-Ο Τρίτος τινάχτηκε σαν να τον χτύπησε ρεύμα· τινάχτηκε και ούρλιαξε στο μηχανοστάσιο: «Κράτει οι μηχανές!».

Το Αγγέλικα σιώπησε αλλά δεν υπάκουσε αμέσως·συνέχισε σαν υπνωτισμένο.

Ο Ακέφαλος μούγκριζε, ο Τρίτος έβριζε και χειρονομούσε:

«Όλα στη θάλασσα, όλα στη θάλασσα, τρέχα κάτω να τους πεις! Πετάχτε τα όλα στη θάλασσα!», φώναζε και με βούτηξε από το μπράτσο.

Δεν έκανα καμία κίνηση.

«Έρχονται λιμενικοί, γρήγορα, γρήγορα, όλα στη θάλασσα, όλα στη θάλασσα!» και δως του και με τράνταζε από το χέρι αλλά εγώ σαν να μη κουνιόμουν, σαν νά’μουνα βιδωμένος, «κουνήσου μωρέ!», ούρλιαζε αυτός, εγώ τον κοιτούσα απαθής, βήμα δεν μπορούσα να κάνω, αλλά τη φωνή συνέχισα να την ακούω, μόνο το πρόσωπο ξεθώριαζε κι έσβηνε, σαν κάποιος να πήρε μια γόμα, μέχρι που χάθηκε τελείως κι έμεινε μόνο το τράνταγμα στο μπράτσο και η φωνή, πιο δυνατά τώρα, σαν μέσα στ’αυτί και μια δεύτερη φωνή να μπαίνει ανάμεσα «άστον ρε μπαμπά δε βλέπεις, τον πήρε ο ύπνος, ήταν εδώ όλη νύχτα, άστον.»

Το βλέμμα μου προσπάθησε να ξεθολώσει· κοίταξα το χέρι που με τράνταζε γραπωμένο·λιπόσαρκο και ρυτιδιασμένο αλλά τα δάχτυλα γερά, να σφίγγουν.

Έψαξα το πρόσωπο·μάτια που γυάλιζαν κι ένα στόμα μισάνοιχτο, αφημένο να αιωρείται πάνω στη τελευταία λέξη, «όλα στη θάλασσα!» και να περιμένει την απόκρισή μου.

Ο Τρίτος.

Αλλά-

-μαλλιά λευκά, μάγουλα ρυτιδιασμένα, ρουφηγμένα, και το βλέμμα να κολυμπά στον πυρετό.

Γύρισα στη φιγούρα που στεκόταν δίπλα. Η ματιά του αδερφού μου ακούμπησε πάνω μου αποκαρδιωμένη:

«Τι με κοιτάς; Λες και καταλαβαίνω εγώ τι λέει.»

Έσφιξα το ροζιασμένο χέρι, φίλησα το μάγουλο που έκαιγε και βγήκα. Ένα βήμα από το θάλαμο, γύρισα να κοιτάξω, σαν από ένστικτο, το λευκό κεφάλι στο κρεβάτι δίπλα στο παράθυρο. Σήκωσα το χέρι να γνέψω γεια αλλά αυτό είχε ήδη στραφεί προς τον ήλιο που χυνόταν από το τζάμι· ξεκούραζε τα μάτια του κλειστά κι έβρισκε στήριγμα στο χέρι που ακουμπούσε στο μέτωπο.
Έκανα να φύγω όταν το βλέμμα μου έπεσε πάνω από την κάσα της πόρτας·μια μικρή πινακίδα· πρώτη φορά την παρατηρούσα.

Φτερούγισε το στέρνο μου.

Φαινότανε παλιά, σε ξύλινο φαγωμένο πλαίσιο, με γράμματα πρόχειρα, σαν κάποιος να βούτηξε χρώμα σε ένα πινέλο και νά’γραψε βιαστικά:
«Όποιος μπαίνει εδώ / τ’ όνομα και η ζωή του σβήνουν / μ’ ένα φύσημα τ’ αγέρα.» *

αγγέλικα

*η φράση προέρχεται από το «Das Totenschiff » (το πλοίο των νεκρών), του Traven B.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: