Την τελευταία τού θέρους

Σήμερα το ξημέρωμα, κάποιος αδελφός πέταξε στο χωνευτήρι τα κόκκαλα του αδελφού του.

Δεν πρόλαβε αγαπημένο χέρι να τα αποθέσει μαλακά στο λευκό σεντόνι•μήτε κόκκινο κρασί να τα ξεπλύνει-

Μύρο κανείς δεν έφερε. Και πάνω στις κουφάλες των ματιών κανένα βλέμμα δεν εδέησε να σταθεί.

Κάτι γάντια ξένα τά’ριξαν όλα μαζί στο καρότσι της οικοδομής και γρήγορα μακριά-

στο χωνευτήρι λέει.

Κι όταν τον ρώτησα γιατί, μου είπε «δεν τα μπορώ εγώ αυτά» κι έδωσε εντολή να κάνουν το ίδιο με τη μάνα του, τρεις τάφους παρακάτω.

Γύρισα την πλάτη κι έφυγα.

Και κάπου στη γωνιά του πεζοδρομίου, μισή πόλη και βάλε μακριά, κάποιος άλλος πέταξε τη μάνα του, τη γιαγιά του, τη θεια του στον κάδο δίπλα• όχι των σκουπιδιών, όχι, της ανακύκλωσης.

Γιατί γι’ αυτόν δεν ήταν παρά ένα κάδρο επάργυρο, ένα κόντρα-πλακέ κι ένα ασπρόμαυρο χαρτί. Ποιος ξέρει, μπορεί να τη μισούσε.

Αυτός όμως τουλάχιστον την κράτησε λίγο τη φωτογραφία. Ενώ ο «αδελφός» την έστειλε κι αυτή στο χωνευτήρι παρέα με το όνομα, την ημερομηνία και τους τελευταίους τούς απαλούς τούς βόστρυχους.

4 σκέψεις σχετικά με το “Την τελευταία τού θέρους

Add yours

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: