Μες την Νύχτα και τον Πάγο

"Κι όμως, κι όμως! Νύχτα πολική, είσαι σα θηλυκό, σαν ένα χαριτωμένο, θαυμάσιο θηλυκό! Έχεις τα ευγενικά και καθάρια χαρακτηριστικά της αρχαίας ομορφιάς αλλά μαζί και την ψυχρότητα του μαρμάρου. Πάνω στο ψηλό και λείο σαν τον διάφανο αιθέρα μέτωπό σου, δεν υπάρχει ίχνος συμπάθειας για τα μικρά τα πάθη του περιφρονημένου γένους των ανθρώπων·... Continue Reading →

Advertisements

Φραντς

ήχος Ο λαιμός του ήταν άκαμπτος· το καταλάβαινες με την πρώτη ματιά·αδυνατούσε να στραφεί αριστερά-δεξιά. Και οι ώμοι του σφιγμένοι κι ελαφρά ανασηκωμένοι ολοκλήρωναν την εντύπωση ενός κορμιού κλειδωμένου. Τα μάτια του όμως έσφυζαν από ζωή. Πετάριζαν στις κόχες τους σαν παγιδευμένα πουλιά σε στενό κλουβί·παρατηρούσαν, έψαχναν, αναζητούσαν, με διεισδυτικότητα και ευγένεια. Όταν συναντούσαν μάτια... Continue Reading →

του χαμένου αδελφού

Ανασηκώθηκε στις μύτες των ποδιών του τόσο, που νόμιζες τεντώθηκε/ νεράντζι για να φτάσει/ Αλλά γυμνά ήταν τα κλαδιά,τα φύλλα μαδημένα/ μόνο είχαν τις άκρες άγριες μ'αγκάθια καμωμένες/ κι ήταν πολλές κι ασάλευτες, σκοτεινιασμένες, κρύες/ Κι αυτός ούτε που άκουσε το τρίξιμο σα σκύψαν/ Πλεξούδες χαμηλώσανε, δίχτυα ξυλοφτιαγμένα/ που μπλέξανε κι αρπάξανε τις άκρες των... Continue Reading →

Αλόνσο Κιχάνο

(ήχος) Στεκόταν στην κορφή του χαμηλού λόφου κι ατένιζε τα χωράφια που τά'χαν σκεπάσει αγριόχορτα. Το βλέμμα του χανόταν μέχρι πέρα μακριά τη λασπωμένη δημοσιά που τρύπωνε σαν φίδι στο οροπέδιο. Περίμενε ακίνητος. Μόνο τα ξανθόγκριζα μαλλιά του, βρώμικα κι αγριεμένα, ζωντάνευαν πότε-πότε σαν λάβαρο που το ξυπνούσε ο αέρας. Κι ο θώρακας από τενεκέ,... Continue Reading →

του Ρωμαίου

"Θέλεις να φύγεις; Δεν πλησιάζει το ξημέρωμα: ήταν τ' αηδόνι κι όχι ο κορυδαλλός που ακούστηκε..." Μουρμούρησε ξανά την φράση τής αγαπημένης του μέσα από τα μισοκοιμισμένα του χείλη· ο επισκέπτης τον άκουσε απ'έξω, στη σιγαλιά της νύχτας και απάντησε ισορροπώντας στο περβάζι με τ'ακρόνυχά του : "Τεριρέμ, τεριρέμ," Και κράτησε η συνομιλία όσο βάστηξε... Continue Reading →

η Χαράδρα

Είχε σταθεί μπροστά στον καθρέφτη αποσβολωμένος. Προσπάθησε να θυμηθεί πότε ήταν η τελευταία φορά που έπαιξε αυτό το παιχνίδι. Ήταν κάτι που του είχε καρφωθεί πριν χρόνια. Όλα είχαν ξεκινήσει από εκείνη τη φράση της καθομιλουμένης "ώσπου ν'ανοιγοκλείσεις τα μάτια...". Το έπαιζε πάντα σε καταστάσεις που τον έπνιγαν·έλεγε στον εαυτό του "ώσπου ν'ανοιγοκλείσεις τα μάτια... Continue Reading →

o άνθρωπος που έτρωγε όρθιος

(ήχος) Στεκόταν εκεί, στο τέλος του πεζόδρομου της Μητροπόλεως, λίγα μέτρα πριν την πλατεία·ακριβώς απέναντι από το σουβλατζίδικο του Θανάση, στο σημείο που τελειώνουν τα κάγκελα του Δήμου·φαρδαίνει εκεί, δεν έχει ούτε τραπέζια, ούτε καρέκλες, μόνο την αμπαρωμένη πόρτα και μια εγκαταλελειμμένη βιτρίνα. Α, ναι και το υπόστεγο, φυσικά·στην ουσία, το μικρό μπαλκόνι του πρώτου... Continue Reading →

Σίσσυ

Κι άρχισε μια δυνατή βροχή, που έκανε τις σταγόνες να ξεκινούν βαριές το ταξίδι τους απˊ τα ψηλά, μέχρι να φτάσουν να γίνουνε ρυάκια στις άκρες της ασφάλτου°στο τέλος μια σχάρα τις κατάπινε και δεν ξανάκουγε ποτέ κανείς για αυτές. Άλλες πιο τυχερές έπεφταν σε χώματα μαλακά και κυλιόντουσαν μαζί τους αγαπησιάρικα μέχρι να γίνουν... Continue Reading →

Την 4η Μαΐου*

του Σωτηρίου έτους 1771, γεννιέται σε ιδιωτική κλινική της Αθήνας, κάπου στη Μαυροματαίων, ένας νεαρός ονόματι Βέρθερος. Γεννιέται κατευθείαν νεαρός κι ερωτευμένος, χωρίς να έχει υπάρξει ποτέ ως μωρό, χωρίς να έχει θηλάσει ποτέ, να έχει κλάψει ποτέ. Γεννιέται με μια πένα κι ένα επιστολόχαρτο στο χέρι-δώρα και τα δύο της γλυκιάς του μητέρας, που... Continue Reading →

στην αγία Υπακοή

Το επόμενο βήμα της έκανε ένα τρομακτικό θόρυβο που τίναξε από φόβο ακόμα και την ίδια·είχε άθελά της πατήσει ένα σωρό από πεταμένα μπουκαλάκια, σπάζοντας κανά δυο και κλωτσώντας κάποια άλλα μακριά. Αφού η καρδιά της σταμάτησε να χτυπά δυνατά, ξανακοίταξε στο πάτωμα·ήταν πολλά, πάρα πολλά, άδεια γυάλινα φαρμακευτικά σκευάσματα, παλιά, πολύ παλιά, σαν αυτά... Continue Reading →

Αγγέλικα

"Φύγε από τα ρέλια, φύγε από τα ρέλια!"ούρλιαξε η φωνή δεξιά. Γύρισα τρομαγμένος να κοιτάξω. Μια άγρια μούρη φτιαγμένη από γράσο και αλάτι ορμούσε προς το μέρος μου: "Τι κοιτάς ρε γκάβακα, φύγε από τα ρέλια!!!" Δεν πρόλαβα να αντιδράσω και την ώρα που το κύμα έσκαγε πάνω μου με δύναμη, ένα χέρι με γράπωνε... Continue Reading →

στο νούμερο 33

Είχε σκεφτεί πολλές φορές το το απονενοημένο διάβημα·κύτταζε την κουπαστή του μπαλκονιού και μετά έσκυβε το βλέμμα του μετρώντας το ύψος. Κι αν απλά τραυματιζόταν; Φρίκη. Θα μου πεις υπήρχαν κι άλλοι τρόποι, πιο ανώδυνοι. Αλλά να κάπως του είχε μείνει πάντα σαν εικόνα αυτός. Ίσως από τότε που ο πατέρας του απειλούσε σχεδόν κάθε... Continue Reading →

το λεμόνι

Τα κύτταζε και τα ξανακύτταζε από απόσταση, καθισμένος στο μικρό του ξύλινο σκαμπό. Δεν ήταν πιο μεγάλα από μπαλάκια του πινγκ-πονγκ·ήταν σαν τρία γατάκια που είχαν γεννηθεί πριν λίγες μέρες·όποιο είχε "θηλάσει" περισσότερο είχε πάρει και λίγο παραπάνω μπόι·μόνο που αυτά εδώ δεν κλαίγανε και δε χαλούσαν τον κόσμο·ήταν ήσυχα, σιωπηλά και πράσινα-ακόμα. Τα είχε... Continue Reading →

橋本 *

Μια γλυκιά μυρωδιά γιασεμιού γλύστρησε στα ρουθούνια του, φτάνοντας μέχρι τα άδυτα της νάρκης του. Χαμογέλασε με τα μάτια ακόμα κλειστά·θυμήθηκε το καχεκτικό γιασεμί που έδινε αγώνα χειμώνα-καλοκαίρι να απλωθεί στο τοίχο της βεράντας, στο σπίτι που μεγάλωσε. Όσοι το κοίταζαν τό'χανε για πεθαμένο, μα εκεί που το ξέγραφε και ο ίδιος, τσουπ! πρασίνιζαν οι... Continue Reading →

του Ηλεκτρικού (η καραμελίτσα)

"Χρόνια τό'χεις, τό'χεις χρόνια; Παλιό φαίνεται, ωραίο ποδήλατο όμως, ωραίο είναι. Α, τριάντα χρόνια, τόσα ε, αντίγραφο ναι, ναι, αντίγραφο, κατάλαβα, κατάλαβα· ... Κρύο, κάνει σήμερα ε, κρύο αν και τι κρύο δηλαδή, εντάξει εγώ είμαι από τα Σφακιά, κι εκεί έχει πάνω πολύ κρύο δηλαδή, εσύ από πού είσαι, κρητικός μου φαίνεσαι, καλά λέω;... Continue Reading →

it takes two to tango

Την ενδιέφεραν πολύ τα μαθήματα Tango· ή Ταγκό όπως το έλεγαν πάντα οι γονείς της·δεινοί χορευτές και οι δύο, ερασιτέχνες κι ερωτευμένοι, σε μιαν άλλη εποχή, γεμάτη χοροεσπερίδες και μπαλ-μασκέ και κονφετί παντού, να καλύπτουν πέφτοντας τις στάχτες που είχε αφήσει φεύγοντας ο πόλεμος. Ήταν λοιπόν, κάτι σαν προσωπικό της απωθημένο. Δίπλα στο καινούριο σπίτι-είχε... Continue Reading →

το Κουκούλι

(ηχητικό) Είχε τυλιχτεί με την κουβέρτα όσο πιο σφιχτά γινόταν·είχε χωθεί ολόκληρος από κάτω, σαν έμβρυο και τα πόδια του είχαν μπλεχτεί όσο μπορούσαν με την άκρη του μάλλινου σκεπάσματος, κλείνοντας κάθε χαραμάδα·ήταν μέσα στο κουκούλι του. Χρειαζόταν όμως ανάσες·πνιγόταν· αλλά το τρέμουλο που τον κυρίευε δεν τον άφηνε να ξεμυτίσει. Κρύωνε ακόμα, κρύωνε πολύ.... Continue Reading →

ΛΥ 1030

Είχαν περάσει χρόνια. Πολλά χρόνια. Κι αυτός βρισκόταν πάλι εκεί, σ'αυτή την μικρή παραλία με τις μικρές τις πέτρες και τα σκόρπια βραχάκια στο βυθό. Ακριβώς γι'αυτό ελάχιστοι τουρίστες πάταγαν πόδι. Τα παιδιά όμως του χωριού την λάτρευαν από παλιά. Μεγάλωναν σ'αυτήν, τσαλαβουτούσαν μέσα της, κολυμπούσαν στα βαθιά της, βουτούσαν και κρατούσαν μέχρι το Νησάκι... Continue Reading →

ο Πίτσος

Ήταν όμορφος κι ευρύχωρος. Από αυτά τα καινούρια ψυγεία, τ'αστραφτερά. Τον είχανε φέρει πριν ένα χρόνο στο χωριό-κουβαλητό με το μουλάρι. Πώς αλλιώς; Δεν υπήρχαν δρόμοι για αυτοκίνητα στο νησί. Αυτό σαν κάπως να ταλαιπώρησε την γυαλιστερή επιφάνειά του αλλά ως εκεί-καμιά μεγάλη ζημιά. "Α, ένα μικρό βαθούλωμα στα πλευρά" έδειξε με το δάχτυλο ο... Continue Reading →

Όταν ξεκίνησα να βρω τον γκιώνη

Μικρός που ήμουν στο σπιτάκι πάνω στη θάλασσα, με κρατούσε ξάγρυπνο τις νύχτες· αυτός και τα γαϊδουράκια που γκάριζαν μες τον ύπνο τους. "Γιατί γκαρίζουν νυχτιάτικα;" ρωτούσα; "Όνειρα βλέπουν", μου απαντούσαν οι μεγάλοι. Τρόμαζα μα γελούσα πολύ μ'αυτό. "Τι όνειρα να βλέπουν τα γαϊδούρια;" αναρωτιόμουν. Μα με τον ήχο του γκιώνη σφιγγόμουν. Ήταν η νύχτα.... Continue Reading →

Ζάχαρη

Ο καιρός είχε κρυώσει εδώ και μέρες αλλά αυτός επέμενε στη συνήθεια που είχε κάθε απόγευμα να κάθεται στον παλιό καφενέ κάτω από τα ταμπάκικα. Κλειστός από χρόνια, είχανε ξωμείνει μόνο, πάνω στο μώλο, τα μισοδιαλυμένα τραπεζάκια με τις ξεφτισμένες ψάθινες καρέκλες, που τις έτρωγαν όλες οι εποχές του χρόνου-μα ήλιος, μα βροχή κι αρμυρός αέρας.... Continue Reading →

Ανελκυστήρ/Aufzug

Είχε deadline το πρωί στις εννιά. Τα μάτια του είχαν κοκκινήσει, Ήδη πέντε μέρες μπροστά στην οθόνη του λάπτοπ να δουλεύει νυχθημερόν με τρεις ώρες ύπνο το πολύ. Τα δάχτυλα ανεβοκατέβαιναν ακατάπαυστα και τ'ακουστικά του ίδρωναν από την έντασή του να συλλάβει τον Ήχο. Έριχνε μέσα τ'αρχεία που είχε ηχογραφήσει, έκοβε, έραβε, διόρθωνε, δείκτες, μέσοι, αντίχειρες... Continue Reading →

στο Καλαμάκι

Κάθονται απέναντί μου. Αυτός χαζεύει τον βρεγμένο ήλιο από το παράθυρο, αυτή κουρνιασμένη πάνω του, έχει κλείσει τα μάτια κι απολαμβάνει το αποκοίμισμα σε ώμο λατρεμένο, σε μυρωδιά δικού ανθρώπου. Τα μαύρα μαλλιά της ριγμένα στο αδιάβροχό του. Αυτός προσέχει οι αναταράξεις του λεωφορείου να μην την ξεβολέψουν. Έχει φορέσει το πιο καλό τζην του... Continue Reading →

Η μπράντα*

Άκουγε τον ήχο του νερού που χτύπαγε στα ίσαλα και μετά που τραβιόταν ν'αφήσει χώρο για το επόμενο κύμα. Τον νανούριζε αυτός ο χτύπος στην καρίνα. Σαν να ξύνανε μαλακά με άμμο τη μπογιά του σκαριού. Και το σκούντημα ήταν όσο απαλό χρειαζόταν. Το ένιωθε αλλά δεν τον ξυπνούσε. Οι ομιλίες ακούγονταν όλο και πιο... Continue Reading →

Το λεωφορείο

Ίσως η πραγματική μου οικογένεια να είναι οι μοναχικοί συνεπιβάτες στα νυχτερινά λεωφορεία για μαρούσι. Είναι ο τρόπος που αφήνονται στην κίνηση του λεωφορείου, ο τρόπος που χύνονται στα καθίσματα. Ίσως το κεφάλι που ακουμπά στο τζάμι και αναπηδά κάθε λίγο- με μάτια κλειστά συνήθως. Ο τρόπος που κοιτάζουν έξω το σκοτάδι και τις μισοφωτισμένες... Continue Reading →

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑