Το Λευκό Λαμπατέρ

Είχε τη φήμη ιδιαίτερου συλλέκτη·ταυτόχρονα όμως και τον χαρακτηρισμό του μονομανή μιας και το ενδιαφέρον του στρεφόταν αποκλειστικά σε ένα και μόνο πράγμα·στα επιτραπέζια λαμπατέρ. Έψαχνε, ανακάλυπτε, αγόραζε απ'όλη την υδρόγειο, δεν είχε ενδοιασμούς ως προς την πραγματική αξία του αντικειμένου. Μπορούσε ακόμα και σε ένα περίπατό του να έβλεπε κάτι στο δρόμο, πεταμένο στα... Continue Reading →

Advertisements

του ’55

"Ναι, του κυρίου Δελαγράματικα; Καλημέρα αγαπητή Αντωνία, ο Χαρίλαος είμαι, πώς είσαι, πώς είστε; Πήρα να εκφράσω τα ειλικρινή μου συλλυπητήρια για την απώλεια του πατέρα σου·ήταν ένας εξαίρετος άνθρωπος κι ένας πολύ καλός γείτονας·να ζήσετε να τον θυμόσαστε. Το έμαθα σήμερα το πρωί και είπα να τηλεφωνήσω αμέσως. Υπομονή αγαπητή μου, ζωή σε σας..."... Continue Reading →

Κιάτο

Τούς χωρίζαν κανά δυο μέτρα και πέντ'έξη χρόνια διαφορά στην ηλικία°στα άσπρα τους χρόνια και οι δύο. Κάθονταν στο παραθαλάσσιο κέντρο σε διπλανά τραπέζια αντικριστά °ο ένας αγνάντευε το έμπα του λιμανιού και ο άλλος τα αμάξια που περνούσαν. Κάθονταν, σαν από συνήθειο, στην κεφαλή του τραπεζιού τους, όπως οι πατροπαράδοτοι οικογενειάρχες°εκεί απ'όπου το μάτι... Continue Reading →

o

"Φάμπιο, Φάμπιο!", "Here!" ακούστηκε βροντερό το παρών κι ο σερβιτόρος με ικανοποίηση έτρεξε δυο τραπέζια παρακάτω αφήνοντας μια χωριάτικη, μια παστίτσιο και μια μερίδα χορτόπιτα στους -προφανώς- ιταλούς που τον περίμεναν ψημένοι από τον ήλιο και πεινασμένοι σαν βόδια. Στη συνέχεια εξαφανίστηκε πάλι στην κουζίνα. "Κατερίνα!" Έκανε ξανά την εμφάνισή του ασθμαίνοντας και στάζοντας ιδρώτα... Continue Reading →

Της αρσενικής Μουριάς

Με ρώτησες στη στάση, αν είμαι καλά κι αν χρειάζομαι κάτι, κι εγώ μπροστά σε τόσο νοιάξιμο ντράπηκα να πω για την ξεχασμένη σταγόνα που μόλις είχε στάξει από τη μουριά κι απόμεινε δάκρυ ασάλευτο στο μάγουλο αποζητώντας κάποιος να το προσέξει.

Ινσέπσιο για ένα σκαραβαίο

Ήμουν-λέει-μέσα σ'έναν λευκό σκαραβαίο, στη θέση του οδηγού. Και το φχαριστιόμουνα πολύ-λέει-·και δώστου γκάζι, και δώστου να ξεχύνεται αυτός στη λεωφόρο· κι εγώ να θέλω κι άλλο και το σκαθάρι να ανεβάζει ταχύτητα χωρίς αγκομαχητό, και το πεντάλ στο τέρμα και δεν υπήρχε-λέει- ψυχή άλλη στο δρόμο ή υπήρχε κι εγώ δεν το σκεφτόμουν, η... Continue Reading →

Η χρονιά του Δράκου

Ήταν απλωμένος στον δερμάτινο καναπέ απολαμβάνοντας την κάθε στιγμή της νύχτας·το πότε νωχελικό και πότε ιδρωμένο μπητ που έσταζε γύρω του, το αλκοόλ που είτε χυνόταν σε γλώσσες είτε στο πάτωμα τον ζάλιζε, τα αγγίγματα που αντιλαμβανόταν να συμβαίνουν στο θολό οπτικό του πεδίο, κάπου στο βάθος. Μα πάνω απ'όλα την μεσκαλίνη που έρρεε χείμαρρος... Continue Reading →

Τσερόκυ

"Έλα δω βρε θεόμουρλο·πού'ναι το μαξιλάρι σου; Ε;" Καμμία απόκριση·φυσικό ήταν. Αφού δεν υπήρχε κανείς να απαντήσει. Έτσι συνέβαινε από τότε που θυμόταν τον εαυτό του παιδί. Μοναχοπαίδι. Άνοιγε η μητέρα του την πόρτα του στενού του δωματίου απορημένη γιατί άκουγε απ'έξω διαλόγους αλλά μόλις έμπαινε στο δωμάτιο, έβλεπε τον μικρό της γιο μόνο, ολομόναχο,... Continue Reading →

Ροβανιέμι

"Θα ήθελα το συντομότερο δεύτερο μισό της ζωής μου, να περιλαμβάνει μόνο τις σημαντικότερες στιγμές του, τα χάιλαϊτς, τα επίσημα μόνο στιγμιότυπα ρε παιδί μου· να μπορέσω να το ζήσω ξεφυλλίζοντάς το σαν το περιοδικό περιμένοντας στον οδοντογιατρό. Ή ακόμα καλύτερα όπως ακριβώς μια κινηματογραφική ταινία -δεκαετίες ολόκληρες συμπυκνωμένες σε μιάμιση ώρα·καλά, κακά, όλα εκεί... Continue Reading →

H πορτοκαλί αιώρα

Είχε αποφασίσει αυτό το θερινό ηλιοστάσιο να δώσει κάποια λεφτά και να κάνει ένα παιδικό του όνειρο πραγματικότητα· να αγοράσει μια αιώρα. Ναι εντάξει, ήταν περίεργο πως τόσα χρόνια δεν τό'χε καταφέρει ή δεν είχε προλάβει ή ό,τι τέλος πάντων μπορεί να ξεφυτρώσει ως δικαιολογία σ' αυτή την κούρσα με τον Χρόνο. Και μάλιστα για... Continue Reading →

Μες την Νύχτα και τον Πάγο

"Κι όμως, κι όμως! Νύχτα πολική, είσαι σα θηλυκό, σαν ένα χαριτωμένο, θαυμάσιο θηλυκό! Έχεις τα ευγενικά και καθάρια χαρακτηριστικά της αρχαίας ομορφιάς αλλά μαζί και την ψυχρότητα του μαρμάρου. Πάνω στο ψηλό και λείο σαν τον διάφανο αιθέρα μέτωπό σου, δεν υπάρχει ίχνος συμπάθειας για τα μικρά τα πάθη του περιφρονημένου γένους των ανθρώπων·... Continue Reading →

Φραντς

ήχος Ο λαιμός του ήταν άκαμπτος· το καταλάβαινες με την πρώτη ματιά·αδυνατούσε να στραφεί αριστερά-δεξιά. Και οι ώμοι του σφιγμένοι κι ελαφρά ανασηκωμένοι ολοκλήρωναν την εντύπωση ενός κορμιού κλειδωμένου. Τα μάτια του όμως έσφυζαν από ζωή. Πετάριζαν στις κόχες τους σαν παγιδευμένα πουλιά σε στενό κλουβί·παρατηρούσαν, έψαχναν, αναζητούσαν, με διεισδυτικότητα και ευγένεια. Όταν συναντούσαν μάτια... Continue Reading →

του χαμένου αδελφού

Ανασηκώθηκε στις μύτες των ποδιών του τόσο, που νόμιζες τεντώθηκε/ νεράντζι για να φτάσει/ Αλλά γυμνά ήταν τα κλαδιά,τα φύλλα μαδημένα/ μόνο είχαν τις άκρες άγριες μ'αγκάθια καμωμένες/ κι ήταν πολλές κι ασάλευτες, σκοτεινιασμένες, κρύες/ Κι αυτός ούτε που άκουσε το τρίξιμο σα σκύψαν/ Πλεξούδες χαμηλώσανε, δίχτυα ξυλοφτιαγμένα/ που μπλέξανε κι αρπάξανε τις άκρες των... Continue Reading →

Αλόνσο Κιχάνο

(ήχος) Στεκόταν στην κορφή του χαμηλού λόφου κι ατένιζε τα χωράφια που τά'χαν σκεπάσει αγριόχορτα. Το βλέμμα του χανόταν μέχρι πέρα μακριά τη λασπωμένη δημοσιά που τρύπωνε σαν φίδι στο οροπέδιο. Περίμενε ακίνητος. Μόνο τα ξανθόγκριζα μαλλιά του, βρώμικα κι αγριεμένα, ζωντάνευαν πότε-πότε σαν λάβαρο που το ξυπνούσε ο αέρας. Κι ο θώρακας από τενεκέ,... Continue Reading →

του Ρωμαίου

"Θέλεις να φύγεις; Δεν πλησιάζει το ξημέρωμα: ήταν τ' αηδόνι κι όχι ο κορυδαλλός που ακούστηκε..." Μουρμούρησε ξανά την φράση τής αγαπημένης του μέσα από τα μισοκοιμισμένα του χείλη· ο επισκέπτης τον άκουσε απ'έξω, στη σιγαλιά της νύχτας και απάντησε ισορροπώντας στο περβάζι με τ'ακρόνυχά του : "Τεριρέμ, τεριρέμ," Και κράτησε η συνομιλία όσο βάστηξε... Continue Reading →

η Χαράδρα

Είχε σταθεί μπροστά στον καθρέφτη αποσβολωμένος. Προσπάθησε να θυμηθεί πότε ήταν η τελευταία φορά που έπαιξε αυτό το παιχνίδι. Ήταν κάτι που του είχε καρφωθεί πριν χρόνια. Όλα είχαν ξεκινήσει από εκείνη τη φράση της καθομιλουμένης "ώσπου ν'ανοιγοκλείσεις τα μάτια...". Το έπαιζε πάντα σε καταστάσεις που τον έπνιγαν·έλεγε στον εαυτό του "ώσπου ν'ανοιγοκλείσεις τα μάτια... Continue Reading →

o άνθρωπος που έτρωγε όρθιος

(ήχος) Στεκόταν εκεί, στο τέλος του πεζόδρομου της Μητροπόλεως, λίγα μέτρα πριν την πλατεία·ακριβώς απέναντι από το σουβλατζίδικο του Θανάση, στο σημείο που τελειώνουν τα κάγκελα του Δήμου·φαρδαίνει εκεί, δεν έχει ούτε τραπέζια, ούτε καρέκλες, μόνο την αμπαρωμένη πόρτα και μια εγκαταλελειμμένη βιτρίνα. Α, ναι και το υπόστεγο, φυσικά·στην ουσία, το μικρό μπαλκόνι του πρώτου... Continue Reading →

Σίσσυ

Κι άρχισε μια δυνατή βροχή, που έκανε τις σταγόνες να ξεκινούν βαριές το ταξίδι τους απˊ τα ψηλά, μέχρι να φτάσουν να γίνουνε ρυάκια στις άκρες της ασφάλτου°στο τέλος μια σχάρα τις κατάπινε και δεν ξανάκουγε ποτέ κανείς για αυτές. Άλλες πιο τυχερές έπεφταν σε χώματα μαλακά και κυλιόντουσαν μαζί τους αγαπησιάρικα μέχρι να γίνουν... Continue Reading →

Την 4η Μαΐου*

του Σωτηρίου έτους 1771, γεννιέται σε ιδιωτική κλινική της Αθήνας, κάπου στη Μαυροματαίων, ένας νεαρός ονόματι Βέρθερος. Γεννιέται κατευθείαν νεαρός κι ερωτευμένος, χωρίς να έχει υπάρξει ποτέ ως μωρό, χωρίς να έχει θηλάσει ποτέ, να έχει κλάψει ποτέ. Γεννιέται με μια πένα κι ένα επιστολόχαρτο στο χέρι-δώρα και τα δύο της γλυκιάς του μητέρας, που... Continue Reading →

στην αγία Υπακοή

Το επόμενο βήμα της έκανε ένα τρομακτικό θόρυβο που τίναξε από φόβο ακόμα και την ίδια·είχε άθελά της πατήσει ένα σωρό από πεταμένα μπουκαλάκια, σπάζοντας κανά δυο και κλωτσώντας κάποια άλλα μακριά. Αφού η καρδιά της σταμάτησε να χτυπά δυνατά, ξανακοίταξε στο πάτωμα·ήταν πολλά, πάρα πολλά, άδεια γυάλινα φαρμακευτικά σκευάσματα, παλιά, πολύ παλιά, σαν αυτά... Continue Reading →

Αγγέλικα

"Φύγε από τα ρέλια, φύγε από τα ρέλια!"ούρλιαξε η φωνή δεξιά. Γύρισα τρομαγμένος να κοιτάξω. Μια άγρια μούρη φτιαγμένη από γράσο και αλάτι ορμούσε προς το μέρος μου: "Τι κοιτάς ρε γκάβακα, φύγε από τα ρέλια!!!" Δεν πρόλαβα να αντιδράσω και την ώρα που το κύμα έσκαγε πάνω μου με δύναμη, ένα χέρι με γράπωνε... Continue Reading →

στο νούμερο 33

Είχε σκεφτεί πολλές φορές το το απονενοημένο διάβημα·κύτταζε την κουπαστή του μπαλκονιού και μετά έσκυβε το βλέμμα του μετρώντας το ύψος. Κι αν απλά τραυματιζόταν; Φρίκη. Θα μου πεις υπήρχαν κι άλλοι τρόποι, πιο ανώδυνοι. Αλλά να κάπως του είχε μείνει πάντα σαν εικόνα αυτός. Ίσως από τότε που ο πατέρας του απειλούσε σχεδόν κάθε... Continue Reading →

το λεμόνι

Τα κύτταζε και τα ξανακύτταζε από απόσταση, καθισμένος στο μικρό του ξύλινο σκαμπό. Δεν ήταν πιο μεγάλα από μπαλάκια του πινγκ-πονγκ·ήταν σαν τρία γατάκια που είχαν γεννηθεί πριν λίγες μέρες·όποιο είχε "θηλάσει" περισσότερο είχε πάρει και λίγο παραπάνω μπόι·μόνο που αυτά εδώ δεν κλαίγανε και δε χαλούσαν τον κόσμο·ήταν ήσυχα, σιωπηλά και πράσινα-ακόμα. Τα είχε... Continue Reading →

橋本 *

Μια γλυκιά μυρωδιά γιασεμιού γλύστρησε στα ρουθούνια του, φτάνοντας μέχρι τα άδυτα της νάρκης του. Χαμογέλασε με τα μάτια ακόμα κλειστά·θυμήθηκε το καχεκτικό γιασεμί που έδινε αγώνα χειμώνα-καλοκαίρι να απλωθεί στο τοίχο της βεράντας, στο σπίτι που μεγάλωσε. Όσοι το κοίταζαν τό'χανε για πεθαμένο, μα εκεί που το ξέγραφε και ο ίδιος, τσουπ! πρασίνιζαν οι... Continue Reading →

του Ηλεκτρικού (η καραμελίτσα)

"Χρόνια τό'χεις, τό'χεις χρόνια; Παλιό φαίνεται, ωραίο ποδήλατο όμως, ωραίο είναι. Α, τριάντα χρόνια, τόσα ε, αντίγραφο ναι, ναι, αντίγραφο, κατάλαβα, κατάλαβα· ... Κρύο, κάνει σήμερα ε, κρύο αν και τι κρύο δηλαδή, εντάξει εγώ είμαι από τα Σφακιά, κι εκεί έχει πάνω πολύ κρύο δηλαδή, εσύ από πού είσαι, κρητικός μου φαίνεσαι, καλά λέω;... Continue Reading →

it takes two to tango

Την ενδιέφεραν πολύ τα μαθήματα Tango· ή Ταγκό όπως το έλεγαν πάντα οι γονείς της·δεινοί χορευτές και οι δύο, ερασιτέχνες κι ερωτευμένοι, σε μιαν άλλη εποχή, γεμάτη χοροεσπερίδες και μπαλ-μασκέ και κονφετί παντού, να καλύπτουν πέφτοντας τις στάχτες που είχε αφήσει φεύγοντας ο πόλεμος. Ήταν λοιπόν, κάτι σαν προσωπικό της απωθημένο. Δίπλα στο καινούριο σπίτι-είχε... Continue Reading →

το Κουκούλι

(ηχητικό) Είχε τυλιχτεί με την κουβέρτα όσο πιο σφιχτά γινόταν·είχε χωθεί ολόκληρος από κάτω, σαν έμβρυο και τα πόδια του είχαν μπλεχτεί όσο μπορούσαν με την άκρη του μάλλινου σκεπάσματος, κλείνοντας κάθε χαραμάδα·ήταν μέσα στο κουκούλι του. Χρειαζόταν όμως ανάσες·πνιγόταν· αλλά το τρέμουλο που τον κυρίευε δεν τον άφηνε να ξεμυτίσει. Κρύωνε ακόμα, κρύωνε πολύ.... Continue Reading →

ΛΥ 1030

Είχαν περάσει χρόνια. Πολλά χρόνια. Κι αυτός βρισκόταν πάλι εκεί, σ'αυτή την μικρή παραλία με τις μικρές τις πέτρες και τα σκόρπια βραχάκια στο βυθό. Ακριβώς γι'αυτό ελάχιστοι τουρίστες πάταγαν πόδι. Τα παιδιά όμως του χωριού την λάτρευαν από παλιά. Μεγάλωναν σ'αυτήν, τσαλαβουτούσαν μέσα της, κολυμπούσαν στα βαθιά της, βουτούσαν και κρατούσαν μέχρι το Νησάκι... Continue Reading →

ο Πίτσος

Ήταν όμορφος κι ευρύχωρος. Από αυτά τα καινούρια ψυγεία, τ'αστραφτερά. Τον είχανε φέρει πριν ένα χρόνο στο χωριό-κουβαλητό με το μουλάρι. Πώς αλλιώς; Δεν υπήρχαν δρόμοι για αυτοκίνητα στο νησί. Αυτό σαν κάπως να ταλαιπώρησε την γυαλιστερή επιφάνειά του αλλά ως εκεί-καμιά μεγάλη ζημιά. "Α, ένα μικρό βαθούλωμα στα πλευρά" έδειξε με το δάχτυλο ο... Continue Reading →

Όταν ξεκίνησα να βρω τον γκιώνη

Μικρός που ήμουν στο σπιτάκι πάνω στη θάλασσα, με κρατούσε ξάγρυπνο τις νύχτες· αυτός και τα γαϊδουράκια που γκάριζαν μες τον ύπνο τους. "Γιατί γκαρίζουν νυχτιάτικα;" ρωτούσα; "Όνειρα βλέπουν", μου απαντούσαν οι μεγάλοι. Τρόμαζα μα γελούσα πολύ μ'αυτό. "Τι όνειρα να βλέπουν τα γαϊδούρια;" αναρωτιόμουν. Μα με τον ήχο του γκιώνη σφιγγόμουν. Ήταν η νύχτα.... Continue Reading →

Ζάχαρη

Ο καιρός είχε κρυώσει εδώ και μέρες αλλά αυτός επέμενε στη συνήθεια που είχε κάθε απόγευμα να κάθεται στον παλιό καφενέ κάτω από τα ταμπάκικα. Κλειστός από χρόνια, είχανε ξωμείνει μόνο, πάνω στο μώλο, τα μισοδιαλυμένα τραπεζάκια με τις ξεφτισμένες ψάθινες καρέκλες, που τις έτρωγαν όλες οι εποχές του χρόνου-μα ήλιος, μα βροχή κι αρμυρός αέρας.... Continue Reading →

Ανελκυστήρ/Aufzug

Είχε deadline το πρωί στις εννιά. Τα μάτια του είχαν κοκκινήσει, Ήδη πέντε μέρες μπροστά στην οθόνη του λάπτοπ να δουλεύει νυχθημερόν με τρεις ώρες ύπνο το πολύ. Τα δάχτυλα ανεβοκατέβαιναν ακατάπαυστα και τ'ακουστικά του ίδρωναν από την έντασή του να συλλάβει τον Ήχο. Έριχνε μέσα τ'αρχεία που είχε ηχογραφήσει, έκοβε, έραβε, διόρθωνε, δείκτες, μέσοι, αντίχειρες... Continue Reading →

στο Καλαμάκι

Κάθονται απέναντί μου. Αυτός χαζεύει τον βρεγμένο ήλιο από το παράθυρο, αυτή κουρνιασμένη πάνω του, έχει κλείσει τα μάτια κι απολαμβάνει το αποκοίμισμα σε ώμο λατρεμένο, σε μυρωδιά δικού ανθρώπου. Τα μαύρα μαλλιά της ριγμένα στο αδιάβροχό του. Αυτός προσέχει οι αναταράξεις του λεωφορείου να μην την ξεβολέψουν. Έχει φορέσει το πιο καλό τζην του... Continue Reading →

Η μπράντα*

Άκουγε τον ήχο του νερού που χτύπαγε στα ίσαλα και μετά που τραβιόταν ν'αφήσει χώρο για το επόμενο κύμα. Τον νανούριζε αυτός ο χτύπος στην καρίνα. Σαν να ξύνανε μαλακά με άμμο τη μπογιά του σκαριού. Και το σκούντημα ήταν όσο απαλό χρειαζόταν. Το ένιωθε αλλά δεν τον ξυπνούσε. Οι ομιλίες ακούγονταν όλο και πιο... Continue Reading →

Το λεωφορείο

Ίσως η πραγματική μου οικογένεια να είναι οι μοναχικοί συνεπιβάτες στα νυχτερινά λεωφορεία για μαρούσι. Είναι ο τρόπος που αφήνονται στην κίνηση του λεωφορείου, ο τρόπος που χύνονται στα καθίσματα. Ίσως το κεφάλι που ακουμπά στο τζάμι και αναπηδά κάθε λίγο- με μάτια κλειστά συνήθως. Ο τρόπος που κοιτάζουν έξω το σκοτάδι και τις μισοφωτισμένες... Continue Reading →

Φόβο

ήχος Μ'αρέσει πολύ που οι περαστικοί τη Νύχτα με αποφεύγουν. Μ'αρέσει πολύ. Μ'αρέσει που τους τρομάζει ο όγκος μου, το καλυμμένο κεφάλι μου, τα πυκνά γένια μου, το βαρύ μου περπάτημα στην άσφαλτο. Μ'αρέσει που κάποιοι από αυτούς κοντοστέκονται ή αλλάζουν δρόμο. Μ'αρέσει που περπατάω στις σκιές και γίνομαι αόρατος. Και ακούω το ξάφνιασμά τους μόλις... Continue Reading →

Νέδα

Καθώς γύρισε να τον κοιτάξει, τινάχτηκαν οι κοτσίδες της.  Μια αχτίδα από τον μουντό ήλιο αντανάκλασε πάνω τους. Το βόρειο  χρώμα τους του φάνηκε τώρα ακόμα πιο κρύο. Τα γκρίζα μάτια της έμειναν καρφωμένα πάνω του. Κανείς δεν μίλησε απ' τους δυο. Με την καρδιά του έτοιμη να σπάσει από το φόβο, έσπασε πρώτος τη σιωπή. "Πρέπει... Continue Reading →

Ο κλέφτης

Κρατούσε και με τα δύο χέρια ένα παλιό ξεφτισμένο αρκουδάκι. Σίγουρα παιχνίδι από μεγαλύτερο αδέρφι ή ακόμα κι από γονιό-έδειχνε πραγματικά παλιό. Γεμισμένο με μπαμπάκι που άδειαζε από μια τρύπα στη δεξιά πατούσα-αίμα λευκό σε χνουδωτούς γρόμπους. "Πώς τον λες;" Σήκωσε τα μάτια. Ήταν αμυγδαλωτά και γκριζογάλανα σαν λίμνες αρυτίδιαστες. Με κοίταξε μια στιγμή και... Continue Reading →

η Ανάσα

(ήχος) Και κάπως έτσι μάθαμε πως είναι οι ανάσες των Λύκων. Να στέκεσαι με το πρόσωπο καλυμμένο στον παγωμένο Βοριά, να κλείνεις τα μάτια και να αναπνέεις. Μια σταγόνα αίμα να κυλάει από τη μύτη. Το χνώτο πυκνό, να περνάει μέσα από τη χοντρή πλέξη, στον αγέρα. Τα ακροδάχτυλα να καταφεύγουν τυλιγμένα στις τσέπες του επενδύτη.... Continue Reading →

2 μ.μ

Δεν μπορούσε να το εξηγήσει. Δεν είναι πως είχε κάποιο θέμα, μια πάθηση ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Ούτε είχε παρουσιάσει κάποια δείγματα στο παρελθόν. Απλά συνέβη. Ξαφνικά σήμερα το μεσημέρι. Στις 2 μ.μ. Πριν το φαΐ. Κατά τη διάρκεια του μαγειρέματος για να είμαστε ακριβείς  αλλά επ’ουδενί δε σχετιζόταν το συγκεκριμένο περιστατικό με το... Continue Reading →

το Χιόνι

Το περίμενε αυτό το χιόνι. Όχι με τον τρόμο που το παρουσίαζαν τα κανάλια και οι φυλλάδες αλλά με την αδημονία της ηλικίας του. Είχε όλες τις εφαρμογές στο κινητό σε ετοιμότητα, έκανε ανανέωση κάθε δέκα λεπτά, είχε στυλώσει τα αυτιά του στα ραδιόφωνα και κάθε τόσο έβγαινε στο μπαλκόνι και προσπαθούσε να καταλάβει από... Continue Reading →

στην Εφημερία

Αίθουσα αναμονής Νοσοκομείου. Εφημερία αλλά τα περιστατικά χαλαρά, ο κόσμος όμως αρκετός και η αναμονή διαρκεί τουλάχιστον ένα δίωρο. Ηλικιωμένη κυρία που την έχουν παρκάρει τα παιδιά της κι έχουν φύγει προσπαθεί για να περάσει η ώρα να πιάσει την κουβέντα με όποιον κάθεται δίπλα της. Αλλά δεν το κάνει με το μίζερο παραπονιάρικο τρόπο... Continue Reading →

Ο Κύριος Αριστείδης και η κυρία Ζηνοβία

Είχε ξυπνήσει από τις εξήμιση το πρωί· με αυτό το πρώτο φως του πρωινού, που μόνο μάτια που δε χρειάζονται πια τον ύπνο το συλλαμβάνουν. Τα ξύλινα παντζούρια μισάνοιχτα και το τζάμι μια χαραμάδα, να μπαίνει η δροσιά. Είχε κοιτάξει το κορμάκι της που ανέπνεε δίπλα του ήσυχα και είχε σηκωθεί προσεκτικά να μην την... Continue Reading →

Μαθιός

  Λοιπόν, αυτός είναι ο Μαθιός. Ο Μαθιός βγήκε ασθμαίνοντας από το σακίδιό μου, μόλις το άνοιξα να πάρω κάτι μες τον προαστιακό του Βερολίνου. Που σημαίνει πως ο Μαθιός υπήρξε- ηθελημένα;- λαθρεπιβάτης από την Αθήνα. Βγήκε, σκαρφάλωσε αμέσως πανω μου, χέρια, ποκάμισο, παντελόνι, ξανά χέρια, εμφανώς ταραγμένος μέχρι που σταμάτησε ανάμεσα στα δάχτυλά μου... Continue Reading →

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑